Κατερίνα Αναγνώστου

Γεννήθηκε στην Αιγάνη Λάρισας, κοντά σε ένα παράθυρο, κάποιο φθινόπωρο που η γλάστρα με το βασιλικό δεν έλεγε να μαραθεί κι όλο βλάσταινε περιμένοντάς την! Κάποια στιγμή όσο μεγάλωνε, ένοιωθε την παιδική λογοτεχνία να τη συναρπάζει με το ίδιο πάθος όπως τότε που ήτανε παιδί. Άρχισε έτσι να γράφει τα δικά της βιβλία για να περνάει καλύτερα. Γι’ αυτό λέει συχνά ότι «Ένα βιβλίο νύχτα μέρα τη φοβέρα κάνει πέρα!» Είναι μέλος της Γυναικείας Λογοτεχνικής Συντροφιάς και του Κύκλου Ελληνικού Παιδικού Βιβλίου, όπου έχει διακριθεί αρκετές φορές. Τα παραμύθια που γράφει τα διαβάζει πρώτα στον ενδεκάχρονο γιο της που είναι ειλικρινής και απαιτητικός ακροατής. Αγαπά τα παιδιά και αναζητά φίλους μέσα από τα βιβλία της. Έχει γράψει δεκαεννιά βιβλία κι έχει φυτέψει άλλα τόσα δέντρα για να αναπληρώσει ό,τι χάνεται από τη φύση, μετά από κάθε έκδοση βιβλίου της.

Κυρία Αναγνώστου, ποιο ήταν το κίνητρο που σας ώθησε ν’ ασχοληθείτε με το παιδικό βιβλίο;

Νομίζω ότι η αιτία θα πρέπει να βρίσκεται πολύ πίσω στα παιδικά μου χρόνια. Από κείνο τον παράδεισο της στην παιδικής μου ηλικίας, θυμάμαι κάποια πράγματα που με χάραξαν. Στη γειτονιά που μεγάλωσα ήμουν το μοναδικό κορίτσι μέσα σ’ ένα τσούρμο αγόρια που ήταν οι φίλοι μου. Αυτό μου δημιουργούσε συχνά υποχρεώσεις. Όλο έτρεχα , άλλοτε για να ελευθερώσω έναν τζίτζικα που τον είχαν φυλακίσει σ’ ένα σπιρτόκουτο κι άλλοτε για να σηκώσω μία σκάφη όπου ήταν φυλακισμένη μία χελώνα. Μην πω για τις σφεντόνες –το όπλο κάθε μικρού αγοριού– που τις εξαφάνιζα ταχυδακτυλουργικά.

Και γιατί το κάνατε αυτό;

Προσπαθούσα συνήθως να πείσω με λόγια τους φίλους μου. Όταν δεν τα κατάφερνα, κατέφευγα σε σαμποτάζ. Κι έπειτα μου άρεσε να ονειρεύομαι. Πολύ πριν αρχίσω να γράφω και να διαβάζω. Θυμάμαι τον εαυτό μου… θα πρέπει να ήμουν πολλή μικρή! Ξεχνιόμουν σε μια γωνιά κάτω από το μεγάλο καραγάτσι της αυλής μας, έκλεινα τα μάτια και… Και βύθιζα το δεξί μου χέρι στα πυκνά μαύρα μαλλιά μου. Και τι δεν έφτιαχνα μέσα στις μπούκλες μου. Τούνελ, αεροδρόμια, γήπεδα, πύργους, ουρανοξύστες, φούρνους, γέφυρες, υπόγειες σπηλιές… Όλα σε μια χούφτα μαλλιών με τα δάχτυλα μου και τη φαντασία μου…

Θα μπορούσαμε να πούμε ότι αυτά ήταν και τα πρώτα σας παραμύθια;

Νομίζω ναι… πέρασα πολλά χρόνια με το να ονειρεύομαι! Αρκετά χρόνια αργότερα άρχισα να γράφω. Με το γράψιμο το όνειρο έπαιρνε άλλη διάσταση. Έκανε ένα βήμα προς την πραγματικότητα. Και τώρα όταν γράφω, νοιώθω έτσι όπως όταν έφτιαχνα με τη φαντασία μου γέφυρες μες στα μαλλιά μου. Γιατί για μένα το γράψιμο είναι σαν να χτίζω μια γέφυρα επικοινωνίας με κείνους που με διαβάζουν.

Νομίζω πως αυτό συμβαίνει με όλους.

Εγώ και ο μικρός αναγνώστης μου είμαστε οι δυο διαβάτες με το βιβλίο ανάμεσά μας. Από τη μια εγώ που γράφω, από την άλλη το παιδί που διαβάζει. Το βιβλίο είναι η γέφυρα όπου συναντιόμαστε πάνω του και μπορεί να γίνουμε φίλοι. Ακόμα κι αν ποτέ δεν δούμε τα μάτια ο ένας του άλλου, τα μάτια της ψυχής μας κάπου έχουν συναντηθεί. Μέσα στις ίδιες σελίδες ταξιδέψαμε. Κι είναι υπέροχο. Είναι μια μυστική συνάντηση που ο καθένας μας πήρε ό,τι ήθελε. Θυμάμαι πριν λίγους μήνες σ’ ένα βιβλιοπωλείο που παρουσίαζα ένα βιβλίο μου, ήρθε μια μαμά με το γιο της και μου έσφιξαν το χέρι κάπως συνωμοτικά… «Σας ξέρουμε», είπε, «σας διαβάζουμε χρόνια, αγαπάμε πολύ και το βιβλίο σας Η πάπια που ήθελε να γίνει μαμά,νοιώθουμε σαν να το είχατε γράψει για μας». Ήταν σαν να μου είχαν διηγηθεί τη ζωή τους όλη. Δεν χρειάστηκε να πούμε περισσότερα.

Διαβάζατε παραμύθια όταν ήσασταν παιδί;

Πού τέτοια τύχη.Τότε το λογοτεχνικό βιβλίο ήταν πολυτέλεια, δεν υπήρχε. Υπήρχε όμως κάτι άλλο σε αφθονία. Ήταν η μάνα μου που τις ατέλειωτες νύχτες του χειμώνα μας έλεγε ένα παραμύθι –μόνο ένα θυμάμαι–, ξανά και ξανά, και κάθε φορά ήταν μοναδική.

Γιατί ζούσαμε όλη την περιπέτειά του καθώς εκείνη ήξερε να γρατζουνάει πότε το πάτωμα, πότε το πόμολο της πόρτας, και μεις την ακούγαμε και νομίζαμε ότι θά ’ρθει το θεριό και μας κοβόταν η ανάσα. Το άλλο βράδυ είχαμε βραδιά ποίησης. Και κει η μάνα μου απήγγελλε θαυμάσια «Της Άρτας το γεφύρι», κι άντε πάλι να βλέπουμε τον πρωτομάστορα και να περιμένουμε τι θα κάνει. Και τ’ άλλο βράδυ είχε σειρά «Του νεκρού αδερφού»… Άλλη αγωνία για την Αρετούσα και τον Κωσταντή. Όταν θέλαμε με την αδερφή μου κάτι πιο σύντομο, μας απήγγελλε ποιήματα από το Δημοτικό, που τα θυμόταν μια χαρά.

Μπορεί όλα αυτά να μην ήσαν πολλά, αλλά, ξέρετε, μου έχουν μείνει και –δεν θα το πιστέψετε– νοιώθω πολύ γεμάτη. Άλλωστε, όπως σας είπα, δεν κυκλοφορούσαν τότε στα μέρη μας λογοτεχνικά βιβλία. Μονάχα ο Μικρός Ήρωας ήταν σε αφθονία. Τον δανειζόμουν από έναν ξάδερφό μου – θυμάμαι τον εαυτό μου κάποια εποχή να διαβάζω το περιοδικό με πάθος. Από κει άλλωστε εμπνεύστηκα το ψευδώνυμο Ντιάνα, με το οποίο πήρα μέρος στο διαγωνισμό της Γ.Λ.Σ.

Τι νομίζετε ότι σημάδεψε τη λογοτεχνική σας παρουσία;

Θεωρώ πολύ σημαντικό το γεγονός της βράβευσης των δύο βιβλίων μου από τη Γυναικεία Λογοτεχνική Συντροφιά, το ’94. Ο γάιδαρος του αυτοκράτορα, και Με το ποδήλατο του ανέμου. Και την επόμενη χρονιά, το ’95, ο έπαινος για τα διηγήματα Η συμμορία των κούκων ήρθε γεμίζοντάς με χαρά. Επίσης, το ίδιο σημαντικός ήταν για μένα ο έπαινος του Κύκλου Ελληνικού Παιδικού Βιβλίου, το 2000, για την ιστορία Μια φορά μια φωλιά. Ολα τούτα λειτούργησαν πολύ ενθαρρυντικά πάνω μου και με γεμίσανε με αισιοδοξία, ώστε να τολμήσω ν’ απλώσω τη φαντασία μου, ξεπερνώντας έτσι την αμφιβολία για το αν αξίζει να εκδοθούν αυτά που γράφω και να φτάσουν στα παιδιά.

Επιμένετε στην παιδική λογοτεχνία;

Πραγματικά, επιμένω στην παιδική λογοτεχνία. Η αλήθεια είναι ότι κάποιες φορές δοκίμασα να γράψω για ενήλικες, Λοιπόν, δεν θα το πιστέψετε… κάπου πήρα και κάτι επαίνους. Το βρίσκω όμως μάλλον βαρετό για μένα. Δεν ξέρω πώς, αλλά όταν γράφω για παιδιά νοιώθω πιο ευφρόσυνα. Ξέρετε, με το παιδικό βιβλίο έχεις ένα άτυπο συμβόλαιο. Ξέρεις μέσα σου βαθιά πως όσο και να ταλαιπωρηθεί ο ήρωάς σου στο τέλος θα νικήσει. Μπορεί να περάσει λόγγους και ποτάμια, μπορεί να διασχίσει φλόγες και αστραπές, μα στο τέλος η νίκη τον περιμένει να τον ανταμείψει γιατί ήταν καλός και άξιος. Γι’ αυτό μ’ αρέσει η παιδική λογοτεχνία. Γιατί αποδίδει δικαιοσύνη και ο ήρωας θριαμβεύει ακόμη κι αν χρειαστεί να λιώσει σαράντα ζευγάρια παπούτσια. Άλλωστε το μεγαλύτερο κομμάτι στα διαβάσματά μου είναι παιδικά βιβλία. Και δεν το κάνω μόνο για ενημέρωση, αλλά γιατί το γλεντάω… Λοιπόν, έχω ανάγκη όπως σας είπα το καλό τέλος, το αποζητώ, και ας μεγαλώνω κι ας μην είναι πάντα έτσι η ζωή!

Ωστόσο παρατηρώντας κανείς το έργο σας θα προσέξει ότι παρόλο που σας αρέσει το ευτυχισμένο τέλος, στα βιβλία σας συναντάει κανείς δύσκολα θέματα: υιοθεσία, απώλεια… σκαντζόχοιροι που ζητάνε χάδια… νανουρίσματα που ξεχειλίζουν από τρυφερότητα… Πώς επιλέγετε τα θέματά σας;

Α, ναι! Εδώ να βάλουμε τα πράγματα στη σειρά τους. Όταν λέω πως μου αρέσει το ευτυχισμένο τέλος, δεν σημαίνει ότι διαλέγω θέματα για…φύκια και μεταξωτές κορδέλες. Συνήθως είναι κάποιο γεγονός που με συγκινεί και δεν μ’ αφήνει να το ξεχάσω. Έρχεται στο μυαλό μου και με παιδεύει. Μου ζητάει διέξοδο, λύση, αποκατάσταση… Τότε πηγαίνω κι έρχομαι κουβαλώντας το θέμα μου που θέλει να σπάσει το τσόφλι, και γω πρέπει να του δώσω φτερά για να πετάξει. Κι όταν φτιάξω τα φτερά, όταν στήσω το μύθο, τότε βλέπω την ιστορία μου να πετάει και να φεύγει σαν το πουλί. Είναι η στιγμή που γράφω στην ιστορία «τέλος». Τότε νοιώθω ικανοποίηση και ότι πια δεν έχω τίποτα άλλο να πω. Αλλά αυτό δεν κρατάει για πάντα – μέχρι κάποια άλλη σκέψη να έρθει και ν’ αρχίσει να με παιδεύει.

Ξέρετε, το συγγραφικό έργο ενός συγγραφέα είναι, νομίζω, όπως και η ζωή. Άλλοτε πετάει κανείς στα σύννεφα και άλλοτε πέφτει στο χώμα. Τα νανουρίσματα Λόγια από μετάξι τα έγραψα όταν είχα το γιο μου μικρό κι ήθελα να εκφράσω τα συναισθήματά μου. Το Ο λύκος και η μαμά το έγραψα όταν κάποιος συμμαθητής του γιου μου έχασε τον πατέρα του. Όσον αφορά το Ο σκαντζόχοιρος που ήθελε να τον χαϊδέψουν, έχω μια καλή μου φίλη που κάθε τόσο με ρωτάει: «Πες μου, για μένα το έγραψες;» Εγώ γελάω και της λέω «όχι», μα εκείνη δεν με πιστεύει…

Είχατε κάποιο συγγραφέα ως πρότυπο;

Πολλούς – και εσάς σας έχω… Εννοώ ότι ένας άνθρωπος που γράφει είναι λίγο σαν τη μέλισσα. Θα πάρει λίγο γύρη από δω, λίγο από κει, λίγο από παραπέρα. Άλλωστε, για να γίνει ευωδιαστό το μέλι,οι μέλισσες θα πρέπει να έχουν συλλέξει γύρη από πολλά είδη λουλουδιών. Κι αυτός που γράφει, πρέπει να είναι λίγο σαν τη μέλισσα. Να παίρνει τη γύρη της σοφίας απ’ όπου βρει, αλλά στο τέλος το μέλι να είναι δικό του, με τη δικιά του μοναδική γεύση.

Γράφετε κάτι τώρα;

Ξέρετε, δεν είμαι από κείνους που κάθε μέρα θα γράψουν σώνει και καλά κάτι. Γράφω κάτι και το αφήνω να κάνει την απόσταξή του σαν το καλό κρασί. Μάλλον είμαι σε φάση απόσταξης. Κι έπειτα, δεν πιστεύω ότι πρέπει να βγάζω κάθε λίγο και λιγάκι ένα βιβλίο. Αν είναι να ’ρθει θε να ’ρθεί… Αν δεν έχω κάτι να πω, δεν θα μιλήσω.

Σας ακούω κάπως αυστηρή.

Είναι αλήθεια – καθώς μεγαλώνω γίνομαι απαιτητικότερη από τον εαυτό μου. Κι από τα γραπτά μου.

Ποιο νομίζετε ότι θα είναι το μέλλον του παιδικού βιβλίου; Τα παιδιά θα διαβάζουν παιδική λογοτεχνία;

Συχνά αναρωτιέμαι για το μέλλον του παιδικού βιβλίου. Στ’ αλήθεια ακούω με προσοχή τις απόψεις για το μέλλον του βιβλίου, για την απειλή της τηλεόρασης, του διαδικτύου, των ηλεκτρονικών παιχνιδιών. Συχνά βλέπω και γω το παιδί μου μπροστά σε μια οθόνη και προβληματίζομαι… Αλλά εδώ είναι η πρόκληση για τους συγγραφείς, να μπορέσουν να μαγέψουν τους μικρούς αναγνώστες. Εδώ είναι η πρόκληση για τους εκπαιδευτικούς και για τους γονείς, να τραβήξουν τα παιδιά από το μαύρο κουτί της τηλεόρασης που τ’ αποκοιμίζει. Αυτή τη στιγμή παρακολουθούμε όλοι λίγο μουδιασμένοι το ηλεκτρονικό στοιχειό να στοιχειώνει τα πάντα, κι ακόμα και μεις οι μεγάλοι βρίσκουμε πιο εύκολο να «παρκάρουμε» τα παιδιά μας μπροστά στην τηλεόραση παρά να τους διηγηθούμε ένα παραμύθι ή να παίξουμε μαζί τους.

Κατά βάθος όλοι γνωρίζουμε πως ό,τι και να γίνει, όπως και να ’ναι στο μέλλον τα πράγματα, από τότε που οι άνθρωποι χαράζανε σύμβολα πάνω στις πέτρες μέχρι και σήμερα, όπου όλοι έχουν τον προσωπικό τους υπολογιστή, τα παιδιά ήθελαν, θέλουν και θα θέλουν ν’ ακούνε μύθους, παραμύθια και ιστορίες. Γιατί το παραμύθι, όσα ζευγάρια παπούτσια και αν χαλάσει… τρέχοντας μέσα στις εποχές, μες στους αιώνες, θα συγκινεί το ίδιο τις παιδικές ψυχές. Και τα παιδιά θα νοιώθουν πάντα την ανάγκη για ένα νανούρισμα, για ένα παραμύθι, για μια ιστορία. Είμαι βέβαιη γι’ αυτό. Τι λέτε και σεις;

Εργογραφία

  • Χωρίς πυξίδα, εκδ. Ηράκλειτος 1994 (θεατρικό)
  • Η χώρα των Σιδερένιων, εκδ. Ρώσση 1995 (παραμύθι)
  • Η Μαραζούπολη που ξανάγινε Ανθούπολη, εκδ. Μίνωας 1996 (παραμύθι)
  • Ο γάιδαρος του αυτοκράτορα, εκδ. Καστανιώτης 1997 (Βραβείο μυθιστορήματος Γ.Λ.Σ.)
  • Η συμμορία των κούκων, εκδ. Καστανιώτης 1997 (Έπαινος Γ.Λ.Σ.)
  • Μια φορά μια φωλιά, εκδ. Μίνωας 1999 (παραμύθι, Έπαινος Κ.Ε.Π.Β.)
  • Το αστεράκι που έτρεχε να συναντήσει τα Χριστούγεννα, εκδ. Μίνωας 1999 (παραμύθι)
  • Ο Αϊ-Βασίλης θα βρει το δρόμο του, εκδ. Ελληνικά Γράμματα 2000 (παραμύθι)
  • Με το ποδήλατο του ανέμου, εκδ. Μίνωας 2001 (μικρές ιστορίες, Έπαινος Γ.Λ.Σ.)
  • Πατατατράκ, εκδ. Μίνωας 2001 (μυθιστόρημα)
  • Η κυρα-βδομάδα και τα επτά παιδιά της, εκδ. Ελληνικά Γράμματα 2002 (παραμύθι)
  • Ένας χιονάνθρωπος χειμώνα καλοκαίρι, εκδ. Ελληνικά Γράμματα 2002 (παραμύθι)
  • Το δάσος με τους κισσούς, εκδ. Μικρή Μίλητος 2003 (παραμύθι)
  • Γιατί δεν κοιμάσαι, Λάκη Κουνελάκη;, εκδ. Μικρή Μίλητος 2003 (παραμύθι)
  • Η πάπια που ήθελε να γίνει μαμά , εκδ. Μίνωας 2004 (παραμύθι)
  • Πάντα θα σ’ αγαπώ, εκ. Κέδρος 2005 (μυθιστόρημα)
  • Λόγια από μετάξι, εκδ. Δίπτυχο 2009 (νανουρίσματα)
  • Ο λύκος και η μαμά, εκδ. Ελληνικά Γράμματα 2009 (παραμύθι)
  • Ο σκαντζόχοιρος που ήθελε να τον χαϊδέψουν, εκδ. Μίνωας 2009 (παραμύθι)
Περιοδικό ΔιαδρομέςΤεύχος 95

 

Μία συνέντευξη στην Αγγελική Βαρελλά

 

001namesstroke

003Anaptixistroke

002Astrologystroke

004Ipsosstroke

Λέξεις κλειδιά

Η ομάδα μας

Πατήστε εδώ για να γνωρίσετε τη συντακτική ομάδα και τους συνεργάτες του LoveBaby.gr

Δημοσκόπηση

Ποια είναι η γνώμη σας για την αποθήκευση βλαστοκυττάρων;